Πέμπτη 29 Ιουλίου 2021

Ν. Γκαρά: «Συστηματική εργαλειοποίηση των fakenews από πολιτικά κόμματα»

 

Χαμηλή αξιοπιστία των ΜΜΕ και αρρύθμιστο πλαίσιο στις πλατφόρμες διευκολύνουν τη διάδοση fakenews – Αναγκαία η ένταξη προγραμμάτων στο εκπαιδευτικό σύστημα

Την ανάγκη να συνεργαστούν επιστήμονες, εργαζόμενοι στα ΜΜΕ, θεσμικοί φορείς, δημοσιογραφικές ενώσεις και πολιτικές δυνάμεις, ώστε να αντιμετωπιστεί το φαινόμενο της ευρείας διάδοσης ψευδών ειδήσεων (fakenews), που λαμβάνει ανεξέλεγκτες διαστάσεις λόγω και του αρρύθμιστου «τοπίου» στις πλατφόρμες ενημέρωσης, επισήμανε η Βουλευτής Έβρου και Αν. Τομεάρχης, Ψηφιακής Διακυβέρνησης, Ενημέρωσης & Επικοινωνίας του ΣΥΡΙΖΑ – ΠΣ, Νατάσα Γκαρά, κατά τη συζήτηση με τίτλο «Παιδεία &Μέσα Ενημέρωσης: Παραπληροφόρηση και Ψευδείς Ειδήσεις», που διεξήχθη χθες στην Επιτροπή Μορφωτικών Υποθέσεων της Βουλής.

Η κα Γκαρά τόνισε πως προϋπόθεση για την αναχαίτιση των fakenews είναι η εκπαίδευση του κοινού και των χρηστών, σημειώνοντας πως η συμβολή του εκπαιδευτικού συστήματος σε αυτήν  την προσπάθεια πρέπει να είναι ιδιαίτερα ενεργή: «Είναι απαραίτητη η εκπόνηση προγραμμάτων για μαθητές, όπου θα εκπαιδεύονται σε μεθόδους κριτικής και πλουραλιστικής προσέγγισης μιας είδησης, μεθόδους για να ξεχωρίζουν ψεύτικες πληροφορίες που μεταμφιέζονται ως ειδήσεις, να ξεχωρίζουν και να αξιολογούν τις πηγές, αξιόπιστες και μη, να προστατεύουν τα προσωπικά τους δεδομένα ως χρήστες» υπογράμμισε.

Παράλληλα, επισήμανε πως η χαμηλή αξιοπιστία των παραδοσιακών ΜΜΕ εντείνει την ενίσχυση του φαινομένου των fakenews. Η χαμηλή ποιότητα στην εγχώρια ενημέρωση, που αποτυπώνεται  σε όλες τις μετρήσεις, στρέφει τους πολίτες σε εναλλακτικές πηγές πληροφόρησης. Η έλλειψη δημοκρατικού ελέγχου της εκάστοτε εξουσίας, η εξάρτηση και η χειραγώγηση από συγκεκριμένα συμφέροντα ή πρακτικές, όπως οι «Λίστες Πέτσα», καθιστούν τα ΜΜΕ «ευάλωτα», ενώ η εγκυρότητά τους θα μπορούσε να δημιουργήσει ένα «αντι – fakenews» τοίχο προστασίας της πληροφόρησης.

Στη συνέχεια,  η Αν. Τομεάρχης Ενημέρωσης & Επικοινωνίας του ΣΥΡΙΖΑ - ΠΣ ανέφερε πως τα τελευταία χρόνια, παρατηρείται διεθνώς η τάση, κόμματα που ανήκουν στον συντηρητικό και ακροδεξιό χώρο να κατασκευάζουν και να διαδίδουν συνειδητά fakenews, εντάσσοντάς τα συστηματικά στην επικοινωνιακή τους στρατηγική. «Πάμπολλες οι περιπτώσεις Υπουργών και Βουλευτών της ΝΔ, ακόμη και ο ίδιος ο Πρωθυπουργός, που έχουν αποδεδειγμένα διαδώσει ψεύτικες ειδήσεις, σε αγαστή συνεργασία με συστημικά ΜΜΕ, προκειμένου να πλήξουν τους πολιτικούς τους αντιπάλους».


 Ακολουθεί ολόκληρη η ομιλία:

Τέλος, η κα Γκαρά δεν παρέλειψε να αναφερθεί και στην ευθύνη που έχουν οι κολοσσοί ιδιοκτήτες και διαχειριστές στις πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης, για την ένταση του φαινομένου των fakenews, λέγοντας πως: «Ο έλεγχος της διάδοσης ψευδών ειδήσεων που απειλούν τη δημοκρατία μας στην ουσία, και τη συνοχή των κοινωνιών, δεν μπορεί να επαφίεται στη βούληση πολυεθνικών ιδιωτικών εταιρειών και μόνο», υπερθεματίζοντας για την ανάγκη πρωτοβουλιών από πλευράς Ευρωπαϊκής Ένωσης, κρατών, θεσμικών φορέων για τη δημιουργία ρυθμιστικού πλαισίου συμβατό με το Διεθνές Δίκαιο και το Σύνταγμα.

Είναι ιδιαίτερα χρήσιμη και ενδιαφέρουσα η συζήτηση, χρήσιμες οι προτάσεις που κατέθεσαν οι επιστήμονες για ένα φαινόμενο το οποίο ονομάζεται fake news. Θα μου επιτρέψετε τη χρήση του όρου, γιατί ανταποκρίνεται σε πολύ συγκεκριμένα σημαινόμενα και νομίζω ότι δεν μπορεί να μεταφραστεί. Είναι ένα φαινόμενο το οποίο έχει πάρα πολλές οπτικές και πάρα πολλές προεκτάσεις που, προφανώς, χρειάζεται δομημένη και συστηματική συζήτηση και αναλυτική. Τώρα, ίσως, μπορούμε να προσεγγίσουμε τις οπτικές του σε μία συνεδρίαση.

Θα μου επιτρέψετε, λοιπόν, να σταχυολογήσω κι εγώ κάποιες σκέψεις, θέτοντας αυτές τις οπτικές γύρω από αυτό το φαινόμενο.

Τα νέα ηλεκτρονικά μέσα, η διαδικτυακή διασύνδεση, η ταχεία μετάδοση πληροφορίας, η εύκολη πρόσβαση, όπως αναφέρθηκε, έχουν δημιουργήσει μια φρενίτιδα πληροφόρησης πλέον, χωρίς κανόνες, χωρίς κριτήρια, χωρίς δεοντολογία, όπου και εκεί βρίσκουν πεδίο ανάδυσης τα fake news σε ένα, μέχρι στιγμής τουλάχιστον, αρρύθμιστο πεδίο.

Μεγάλη ευθύνη έχουν οι κολοσσοί ιδιοκτήτες και διαχειριστές στις πλατφόρμες των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, όπου και υπάρχει μεγάλη διάδοση των fake news, τα συστημικά μέσα μαζικής ενημέρωσης, αλλά και η ίδια η πολιτεία που πρέπει να δημιουργήσει θεσμικό πλαίσιο λειτουργίας και διαφάνειας, πάντοτε συμβατό με το εθνικό σύνταγμα κάθε χώρας.

Ο έλεγχος της διάδοσης ψευδών ειδήσεων που απειλούν τη δημοκρατία μας, στην ουσία, και τη συνοχή των κοινωνιών, δεν μπορεί να επαφίεται στη βούληση πολυεθνικών ιδιωτικών εταιρειών και μόνο. Γι’ αυτό και είναι αναγκαίο να ληφθούν πρωτοβουλίες και από την Ευρωπαϊκή Ένωση σε ό,τι αφορά εμάς και από την πολιτεία, τους θεσμικούς φορείς και από τα ίδια τα κράτη.

Για να περιοριστούν τα fake news και να περιοριστεί και το φαινόμενο και οι αρνητικές επιπτώσεις που έχουν τα fake news, απαιτείται συνεργασία επιστημόνων, τεχνικών, εργαζόμενων στα ΜΜΕ, δημοσιογραφικών ενώσεων, των ίδιων των μέσων ενημέρωσης και κυρίως των θεσμικών φορέων. Κυρίως, όμως, χρειάζεται βούληση από πολιτικές δυνάμεις οι οποίες αναγνωρίζουν τα fake news ως διαβρωτικό κοινωνικό φαινόμενο και απειλή και δεν τα βλέπουν ως μία ευκαιρία και μέσο απόκτησης πολιτικής επιρροής με κάθε κόστος.

Δυστυχώς, η χώρα μας πλήττεται από το φαινόμενο των fake news και το χειρότερο είναι ότι πολιτικές δυνάμεις και κόμματα συνειδητά τα κατασκευάζουν και τα διαδίδουν από μικροπολιτική σκοπιμότητα και πολιτική ιδιοτέλεια, χωρίς να νοιάζονται για τις αρνητικές κοινωνικές επιπτώσεις που προκαλεί αυτή η επιλογή. Τα κόμματα αυτά που εντάσσονται, σύμφωνα με έρευνες, κυρίως στο ευρύ φάσμα του συντηρητικού χώρου, από άκρα δεξιά μέχρι και το κέντρο, χρησιμοποιούν ψευδείς ειδήσεις για να προωθήσουν τη στοχοποίηση, τη φοβική, υστερική και ρατσιστική ρητορική, σκορπώντας τοξικότητα και μίσος στην κοινωνία. 

Τα τελευταία χρόνια, ακόμη και παραδοσιακοί κομματικοί σχηματισμοί, έχουν προσβληθεί από τον «ιό» των fake news από το ρεπουμπλικανικό κόμμα των ΗΠΑ, έως και το κυβερνητικό κόμμα στην Ελλάδα. Τις τραγικές επιπτώσεις τις έχουμε δει πολύ πρόσφατα, πάμπολλες οι περιπτώσεις υπουργών και βουλευτών της Ν.Δ., ακόμη και ο ίδιος ο Πρωθυπουργός, που έχουν αποδεδειγμένα διαδώσει ψεύτικες ειδήσεις, με αγαστή συνεργασία με συστηματικά μέσα ενημέρωσης, με στόχο τους πολιτικούς τους αντιπάλους κυρίως. Πάμπολλες όμως και οι περιπτώσεις που χρήστες των μέσων κοινωνικής δικτύωσης ξεσκέπασαν τα ψέματα, ψευδείς ειδήσεις ή και καλυμμένες ειδήσεις και όλες τις πρακτικές που φέρουν, καθώς εκεί τα αντανακλαστικά είναι πιο άμεσα.

Και ερωτώ και αναρωτιέμαι, υπάρχει πιο χυδαίο, σύγχρονο, μεγάλο fake news, διά στόματος Πρωθυπουργού, από το βήμα της Βουλής, ότι ο κ. Τσίπρας, αντάλλαξε τις συντάξεις με τις Πρέσπες, ή όλο το αφήγημα το οποίο στήθηκε και από συστημικά ΜΜΕ και εκπροσώπους του πολιτειακού συστήματος και του πολιτικού συστήματος, που στήθηκε γύρω από την πυρκαγιά για το Μάτι;

Η πρακτική αυτή από το κυβερνών κόμμα, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, αποτελεί μία πολύ συνειδητή επιλογή, μία συστηματική πολιτική εργαλειοποίηση των fake news. Από τη μία, όπως αναφέραμε, είναι αρρύθμιστο το πλαίσιο στις πλατφόρμες, από την άλλη, όμως, η ποιότητα της ενημέρωσης και της δημοσιογραφίας συμβάλλει στην ανάδυση του φαινομένου αυτού. Διότι τα ΜΜΕ έχουν τεράστια ευθύνη σήμερα, κυρίως γιατί δεν επιτελούν το βασικό τους ρόλο, αυτός που είναι του δημοκρατικού ελέγχου απέναντι στην εκάστοτε εξουσία. Όχι μόνο κατασκευάζουν και διαδίδουν τα ίδια fake news, αλλά δεν προβάλλουν και την αληθινή είδηση, δεν στήνουν δηλαδή ένα αντί fake news, αν μου επιτρέπετε ο όρος, έναν αντί fake news τοίχο προστασίας της ενημέρωσης και της πληροφόρησης.

Οι δείκτες όλων των ερευνών και των μετρήσεων, τα τελευταία χρόνια, αποτυπώνουν μια κατάσταση απαξίωσης, χειραγώγησης της πληροφόρησης, έλλειψης πλουραλισμού μονοφωνίας στην ενημέρωση, ο περιορισμός, φαινόμενα πολύ ανησυχητικά ο περιορισμός της φωνής των πολιτών, ο αποκλεισμός ειδήσεων που δεν εντάσσονται στο κυβερνητικό αφήγημα, η αποσιώπηση, έως και η λοιδορία της διαφορετικής άποψης, τα κατασκευασμένα fake news, αντιλαμβανόμαστε, ότι έχουν στρέψει τους πολίτες σε άλλες πηγές ενημέρωσης, με μηδαμινό, όμως, βαθμό εγκυρότητας και αξιοπιστίας, ενώ οι πολίτες, οι χρήστες ουσιαστικά, απαξιώνουν τα συστημικά μέσα ενημέρωσης, για τα όποια μέσα ενημέρωσης βέβαια, πρέπει να ληφθούν θεσμικές πρωτοβουλίες για τον έλεγχο του ιδιοκτησιακού καθεστώτος, όπου εκεί αποτυπώνεται σήμερα ένας τεράστιος βαθμός ιδιοκτησιακής συγκέντρωσης, αλλά αυτό είναι ένα τεράστιο θέμα το οποίο χρήζει άλλης συζήτησης.

Όπως έχει δείξει η εμπειρία, η ισχυρότερη άμυνα απέναντι στα fake news, είναι η εκπαίδευση των χρηστών, η εκπαίδευση του κοινού, αλλά όπως είπα και η δημοσιογραφία υψηλής εγκυρότητας και αξιοπιστίας, η δημοσιογραφία με ισχυρούς κανόνες δεοντολογίας πλουραλισμού και με πλαίσιο επικοινωνίας και διάδρασης με τους πολίτες και όχι Μέσα τα οποία χειραγωγούνται, είναι ευάλωτα σε συμφέροντα και εξαρτώνται μέσα από πρακτικές όπως οι λίστες Πέτσα, το αναφέρω γιατί είναι πολύ πρόσφατο φαινόμενο και αυτό, μέσα ενημέρωσης, που θα το επαναλάβω, δεν επιτελούν το ρόλο τους ως μηχανισμοί ελέγχου και πληροφόρησης, δημιουργώντας βαθύ πλήγμα στη λειτουργία της Δημοκρατίας, καθώς η εκάστοτε εξουσία, όχι μόνο δεν ελέγχεται, όχι μόνο δεν απολογείται, όχι μόνο δεν περιορίζεται, αλλά απολαμβάνει και ένα πεδίο κάλυψης προκειμένου να λειτουργεί με πλήρη ασυδοσία.

Ιδιαίτερα σημαντικό, όμως, όπως και εσείς έχετε αναφέρει, είναι η εκπαίδευση του χρήστη. Η συμβολή του εκπαιδευτικού συστήματος πρέπει να είναι ιδιαίτερα ενεργή. Είναι απαραίτητη η εκπόνηση προγραμμάτων για μαθητές, όπου θα μαθαίνουν μεθόδους κριτικής και πλουραλιστικής προσέγγισης μιας είδησης, μεθόδους για να ξεχωρίζουν ψεύτικες πληροφορίες που μεταμφιέζονται ως ειδήσεις, να ξεχωρίζουν τις αξιόπιστες ή μη πηγές, να μπορούν να αξιολογούν την πηγή, αλλά και να μάθουν τις μεθόδους για το πώς μπορούμε να προστατεύσουμε και τα προσωπικά μας δεδομένα ως χρήστες, αλλά και να προστατευτούμε από την παραπληροφόρηση και από ψευδείς ειδήσεις.

Εκπαιδευτικά διαδικτυακά παιχνίδια για παιδιά και νέους με τέτοιο περιεχόμενο έχουν δημιουργήσει αρκετά πανεπιστήμια, όπως το Cambridge, οργανισμοί όπως το κέντρο Annenberg, αλλά και αρκετά μέσα ενημέρωσης, όπως το BBC.

 Στη Γερμανία, για παράδειγμα, μαθητές Δημοτικού μαθαίνουν για την αξία της ενημέρωσης, δημοσιογραφίας και ιδιαίτερα του έντυπου, του Τύπου, που σχεδόν τείνει να εκλείψει ως πηγή έγκυρης ενημέρωσης και στην Ελλάδα όπως γνωρίζουμε και όπως ακούσαμε και από τους καλεσμένους μας, έχουν ξεκινήσει αρκετά πετυχημένα εγχειρήματα αρκετά πρόσφατα, ωστόσο εκτιμώ, ότι πρέπει να ενταθούν ένα μαζικοποιηθούν και να ενταχθούν αυτά τα προγράμματα στο εκπαιδευτικό μας σύστημα.

Κλείνοντας, και ευχαριστώ για την ανοχή, για τον περιορισμό των fake news, της παραπληροφόρησης ή και της στρεβλής είδησης- υπάρχουν πάρα πολλοί όροι οι οποίοι ανταποκρίνονται σε διαφορετικό ύφος ή ένταση του φαινομένου- θεωρώ, πως είναι αναγκαία η εκπαίδευση του κοινού. Κανόνες λειτουργίας και ελέγχου στις πλατφόρμες, θεσμικό πλαίσιο λειτουργίας αλλά και αυστηρό πλαίσιο αποκατάστασης των θυμάτων των fake news, το οποίο μπορεί να λειτουργήσει και παραδειγματικά σε ένα ισχυρό θεσμικό πλαίσιο για τους υπόλοιπους χρήστες.

Στο ύψος τους όμως, και επιμένω και κλείνω με αυτό, πρέπει να σταθούν και τα μέσα ενημέρωσης, αλλά κυρίως, το πολιτικό μας σύστημα, τα κόμματα και να μην εντάσσουν με χυδαίο τρόπο με συστηματικό τρόπο τα fake news στην επικοινωνιακή τους πολιτική ως εργαλείο στοχοποίησης ή μικροπολιτικού οφέλους. Γιατί και η πολιτική μας στάση, και η πολιτική μας δράση λειτουργεί παιδευτικά για την κοινωνία.

Ευχαριστώ.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου